τοξ-εύω,
A. shoot with the bow, τινος ata mark, Il. 23.855 ; πάντες, ὥστε τοξόται σκοποῦ, τοξεύετ' ἀνδρὸς τοῦδε
S. Ant. 1034
; also τ. ἐπὶ σκοποῦ
Pl. Sis. 391a
; ἐς ἀλλήλους
Hdt. 1.214
, cf. X. Cyr. 3.3.66 ; κατά τινων
Luc. Pisc. 7
(metaph.);ἐς χωρίον, ἐς τὰ γυμνά,
Hdt. 8.128 , Th. 3.23 ; ἐπ' ἐκεῖνο
Luc. Cal. 15
(metaph.); πρὸς τὸν οὐρανόν
Hdt. 4.94
: metaph., τοξεύσασα τῆς εὐδοξίας
E. Tr. 643
, cf. Ion 1411 : abs.,use the bow,