τραυλ-ίζω,
A. mispronounce a letter, lisp,as Alcibiades maderintol,
Ar. V. 44 ; ψελλίζονται καὶ τραυλίζουσι: τοῦτο δ' ἐστὶν ἔνδεια τῶν γραμμάτων
Arist. PA 660a26
; πασχούσης [τῆς γλώττης] τραυλίζειν καὶ ψελλίζειν συμβαίνει
Gal. 16.510
; of children, Ar. Nu. 862 , 1381 , Arist. HA 536b8 ; σοφὰ . . -ίζουσα χελειδονίς
IG 14.1934f7
:— Med. , Archipp. 45 .