LSJτραύλωσιςGlossτραύλωσις , εως , ἡ , = τραυλότης , Gal. 18(1).51 .τραύλωσις,εως,ἡ,A.= τραυλότης , Gal. 18(1).51 .ReferencesGal. 18(1).51