LSJτραφέμενGlossτραφέμεν , v. τρέφω B. τράφε, τράφεν, Dor. forms of τρέφω, v. τράφω.τραφέμεν,A.v. τρέφωB.II. τράφε, τράφεν,Dor. forms ofτρέφω,v. τράφω.ReferencesB.