LSJτρέψιςGlossturning,τρέψις,εως,ἡ,A. turning,τέρψις, οἷον τρέψις, προτροπή τις ψυχῆς ἐπὶ τὸ ἀνειμένονD.L. 7.114.ReferencesD.L. 7.114