ἀγχιστ-ῖνος,η,ον, Ep.
Adj.
A. close, crowded, in heaps, αἱ μέν τ' ἀ. ἐπ' ἀλλήλῃσι κέχυνται
Il. 5.141
; τοὶ δ' ἀ. ἔπιπτον νεκροί
17.361
, cf. Od. 22.118 .
close, crowded, in heaps
ἀγχιστ-ῖνος,η,ον, Ep.
Adj.
A. close, crowded, in heaps, αἱ μέν τ' ἀ. ἐπ' ἀλλήλῃσι κέχυνται
Il. 5.141
; τοὶ δ' ἀ. ἔπιπτον νεκροί
17.361
, cf. Od. 22.118 .