LSJτρί-μοροςGlossτρί-μορος [ῐ] , ον , = τρίμοιρος , Orph. A. 1056 (dub.).τρί-μορος [ῐ],ον,A.= τρίμοιρος , Orph. A. 1056 (dub.).ReferencesOrph. A. 1056