τριπλᾰ́σῐ-ος,α,ον,
A. thrice as many, thrice as much, thrice as great as,c. gen., ὄρνις τ. Κλεωνύμου
Ar. Ach. 88
, etc.; τριπλασίᾳ τῆς πρώτης ζημίας
Pl. Lg. 756d
; τριπλασίοις αὑτῶν
Id. R. 422c
; τριπλασίας τιμῆς ἢ πρότερον
D. 42.31
: abs.,τ. δύναμιν εἶχε(sc.τῆς προτέρας) X. An. 7.4.21 ; τ. διαστήματα
Pl. Ti. 36a
;τριπλάσιον,opp.τριτημόριον,
Arist. Metaph. 1020b27 .
2. neut. asAdv.,τριπλάσιον κεκράξομαί σου thrice as much asyou, Ar. Eq. 285 (lyr.), cf. 718 :— regul.Adv. -ίωςSch.B Il. 21.80 ,v.l. in LXX Si. 43.4 .