τριτοπηλίς: σκορόδων δέσμη, ἀπὸ τοῦ πεπιλῆσθαι καὶ συνεστράφθαι,
Hsch. (v.τρόπαλις).
τριτοπηλίς: σκορόδων δέσμη, ἀπὸ τοῦ πεπιλῆσθαι καὶ συνεστράφθαι, Hsch. (v. τρόπαλις ).
τριτοπηλίς: σκορόδων δέσμη, ἀπὸ τοῦ πεπιλῆσθαι καὶ συνεστράφθαι,
Hsch. (v.τρόπαλις).