τρῐχοποιέω,
A. make,i. e.get, hair,
Cass. Pr. 50 .
II. cause hair to grow,
τοῦ ἐχίνου ἡ τέφρα τριχοποιεῖ χριομένη
Alex.
Trall. 1.1 , as v.l. for -φυεῖ.
make,
τρῐχοποιέω,
A. make,i. e.get, hair,
Cass. Pr. 50 .
II. cause hair to grow,
τοῦ ἐχίνου ἡ τέφρα τριχοποιεῖ χριομένη
Alex.
Trall. 1.1 , as v.l. for -φυεῖ.