τρῐ́χ-ωμα,ατος,τό,
A. a growth of hair, hairgenerally, Hdt. 7.70 , X. Cyn. 5.30 , Arist. HA 630a26 , al., Thphr. Char. 2.3 , Ephipp. 14.6 , LXX Ca. 4.1 ; τὰ τ. διαφέρουσι καὶ πρὸς αὑτὰ τοῖς ἀνθρώποις . . καὶ πρὸς τὰ γένη τῶν ἄλλων ζῴων
Arist. GA 781b30
;ἐν γενείου συλλογῇ τριχώματος,i. e. at the age of manhood, A. Th. 666 .