τρομ-έω,
A.
like τρέμω ,tremble, quake, quiver,esp. from fear, οἱ δὲ μάλ' ἐτρόμεον καὶ ἐδείδισαν
Il. 7.151
; τρομέουσι δέ τε φρένα ναῦται
15.627
; τρομέοντο δέ οἱ φρένες ἐντός
10.10
: c.inf.,fearto do, Theoc. 27.29 , 31 ; τρομεῦσιν μὴ κακῶς ἀκούσωσι
Call. Iamb. 1.328
: simply,quiver, τρόμεσκε δὲ πάντ' ἀπὸ τοῖο(sc.Βορέαο) Hes. Fr. 96.89 , cf. Q.S. 12.506 , Orph. L. 560 .
II. c. acc.,tremble beforeorata person,stand in awe of,
τόν τε τρομέουσι καὶ ἄλλοι
Il. 17.203
; τοῦτόν γε τρομέεις καὶ δείδιας
Od. 18.80