τρόμος,ὁ,
A. trembling, quaking, quivering,
1. from fear, πάντας ἕλε τ.
Il. 19.14
; ὑπό τε τ. ἔλλαβε γυῖα
3.34
, etc.; τ. μ' ὑφέρπει
A. Ch. 463
(lyr.), cf. E. Ba. 607 (troch.); τ. καὶ ἔκστασις
Ev.Marc. 16.8
; from love, τ. δὲ παῖσαν ἄγρει
Sapph. 2.13
: pl.,shiverings,
Hp. Coac. 92 .
2. from cold, τ. καὶ ῥῖγος
Pl. Ti. 62b
, cf. 85e ; γίνεται ὁ τ. διὰ κατάψυξιν