τροῦλλος,ὁ, a kind of vessel,ἐν τ. μεγάλῳ ὑελίνῳ περιπηλώσαντεςZos.Alch. p.164
B. ;οὐκ ἐῶντες καπνὸν διὰ τοῦ τ. ἀναδοθῆναιibid.
τροῦλλος , ὁ , a kind of vessel, ἐν τ. μεγάλῳ ὑελίνῳ περιπηλώσαντες Zos.Alch. p.164 B. ; οὐκ ἐῶντες καπνὸν διὰ τοῦ τ. ἀναδοθῆναι ibid.
τροῦλλος,ὁ, a kind of vessel,ἐν τ. μεγάλῳ ὑελίνῳ περιπηλώσαντεςZos.Alch. p.164
B. ;οὐκ ἐῶντες καπνὸν διὰ τοῦ τ. ἀναδοθῆναιibid.