τροχηλ-ᾰτέω,
A. drive a chariot:metaph.,drive hither and thither,
τροχηλατεῖν τινα μανίαισι
E. Or. 36
; Κῆρες τροχηλατήσους' ἐμμανῆ πλανώμενον
Id. El. 1253
.
drive a chariot:
τροχηλ-ᾰτέω,
A. drive a chariot:metaph.,drive hither and thither,
τροχηλατεῖν τινα μανίαισι
E. Or. 36
; Κῆρες τροχηλατήσους' ἐμμανῆ πλανώμενον
Id. El. 1253
.