τροχ-ώδης,ες,
A.
= τροχοειδής , Apollon. Lex.
s.v. ὀλοοίτροχος , Sch. Nic. Th. 166 ; v.l. for χυτρώδης in S. Ichn. 295 (χυτροιδηςtext,τροχοιδη[ς]mg. Pap.).
τροχ-ώδης , ες , = τροχοειδής , Apollon. Lex. s.v. ὀλοοίτροχος , Sch. Nic. Th. 166 ; v.l. for χυτρώδης in S. Ichn. 295 ( χυτροιδης text, τροχοιδη[ς] mg. Pap.).
τροχ-ώδης,ες,
A.
= τροχοειδής , Apollon. Lex.
s.v. ὀλοοίτροχος , Sch. Nic. Th. 166 ; v.l. for χυτρώδης in S. Ichn. 295 (χυτροιδηςtext,τροχοιδη[ς]mg. Pap.).