LSJτρῠγερόςGlossfull of lees,τρῠγερός,ά,όν , ̔τρύξ̓A.= τρυγώδης ,full of lees,οὐ τρυγεροὺς τὰ φθέγματ' οὐδὲ γλύξιδαςPolyzel. 12.ReferencesPolyzel. 12