LSJτρυγυλίαςGlossτρυγυλίας , = τετριμμένος , dub. in Hsch. s.v. λᾶς τρυγυλίας ( λαστρ. cod.).τρυγυλίας,A.= τετριμμένος , dub. in Hsch.s.v. λᾶς τρυγυλίας (λαστρ.cod.).ReferencesHsch.