τρύξ,ἡ, gen.τρῠγός,
A. wine not yet fermented and racked off, must,
Anacr. 41 , Ar. Nu. 50 , al.: hence,new, raw wine,
Cratin. 250 , PTeb. 555
(ii A. D.): prov.,κατ' ὀπώρην τρύξ mustin autumn, i. e. a state of ferment, Cic. Att. 2.12.3 .
II. lees of wine, dregs,
οἶνος ἀπὸ τρυγός
Archil. 4
; ἐπειδὴ καὶ τὸν οἶνον ἠξίους πίνειν, συνεκποτέ̓ ἐστί σοι καὶ τὴν τ.
Ar. Pl. 1085
, cf. Pherecr. 249 ; συὸς τρύγα προσενεγκαμένης καροῦται . . τὰ γαλουχούμενα
Sor. 1.88
, cf. 2.41 (s. v. l.); = στέμφυλα , Gal. 6.576 ; κυλίκεσσι καὶ ἐς τρύγα χεῖλος ἐρείδων
Theoc. 7.70
; ἐν τῇ τ. τοῦ πίθου