τρῦπα,
A.
ἡ. hole,
Eust. 1069.19
(ubiτρύπα),Gloss.;
ἡ τοῦ μυὸς τ.
Hdn. Epim. 89
; butτρύπη, ib. 136 , AP 14.62 ; αἱ τῶν αὐλῶν τρῦπαι
Hsch.
s.v. παραπλασμός.
hole,
τρῦπα,
A.
ἡ. hole,
Eust. 1069.19
(ubiτρύπα),Gloss.;
ἡ τοῦ μυὸς τ.
Hdn. Epim. 89
; butτρύπη, ib. 136 , AP 14.62 ; αἱ τῶν αὐλῶν τρῦπαι
Hsch.
s.v. παραπλασμός.