τρῦχος,εος,τό,
A. worn out, tattered garment,
τρύχει καλυφθεὶς Θεσσαλῆς ἁπληγίδος
S. Fr. 777
; τρύχει πέπλων
E. El. 501
, cf. Thphr. HP 3.8.6 : pl.,rags, tatters,
E. El. 185 (lyr.), Ph. 325 (lyr.), Ar. Ach. 418 .
II. rent,
δι' ἱματίων . . οἷον τ. ἐποίησεν
Arist. Mete. 371a28
.