LSJτρῶγμαGlossτρῶγμα , ατος , τό , = τρωγάλιον , Philox. 3.11 (pl.).τρῶγμα,ατος,τό,A.= τρωγάλιον , Philox. 3.11 (pl.).ReferencesPhilox. 3.11