τρῶμα,τρωματίζω,τρωματίης,τρωμάτιον, Ion. forτραυμ-(q.v.).
τρῶμα
Gloss
τρῶμα , τρωματίζω , τρωματίης , τρωμάτιον , Ion. for τραυμ- (q.v.).
τρῶμα , τρωματίζω , τρωματίης , τρωμάτιον , Ion. for τραυμ- (q.v.).
τρῶμα,τρωματίζω,τρωματίης,τρωμάτιον, Ion. forτραυμ-(q.v.).