τρωπάω, poet. forτρέπω,
A. turn, change, ἥ τε θαμὰ τρωπῶσα χέει πολυηχέα φωνήν,of the nightingale, Od. 19.521 :— Med. ,turn oneself, turn about,
πάλιν τρωπᾶσθαι
Il. 16.95
; πρὸς πόλιν
Od. 24.536
; φόβονδε
Il. 15.666
; Ep. Iterat., τρωπάσκετο φεύγειν
11.568
; cf.τρωπασκέσθω: μεταβαλλέσθω, ἐπιστρεφέσθω,
Hsch.