τῡφόω, (τῦφος)
A. delude,rare in Act. , ἐτύφως' ἐκ δ' ἔλετο φρένας
Alc. 68
(cj. Porson), cf. Plu. 2.59a ; τ. τινὰ εἰς ἐλπίδα μειζόνων πραγμάτων
Hdn. 6.5.10
:—but mostly inpf.
Pass.
τετύφωμαι(aor.
Pass.
τυφωθείς
S.E. P. 3.193
),to be crazy, demented,
ὦ τετυφωμένε σύ
Pl. Hp.Ma. 290a
; ληρεῖν καὶ τετυφῶσθαι
D. 9.20
; οὐ δὴ ποιήσω τοῦτο: οὐχ οὕτω τετύφωμαι