ὑακίζει: οἱ εἰς τὰ αὐχένια βρέχει ἢ ὑετίζει ἢ ὕει,
Hsch. (prob. two glosses, the first onὐακίδδι,
Boeot. forοἰακίζει,cf.ὔαξ).
ὑακίζει: οἱ εἰς τὰ αὐχένια βρέχει ἢ ὑετίζει ἢ ὕει, Hsch. (prob. two glosses, the first on ὐακίδδι, Boeot. for οἰακίζει, cf. ὔαξ ).
ὑακίζει: οἱ εἰς τὰ αὐχένια βρέχει ἢ ὑετίζει ἢ ὕει,
Hsch. (prob. two glosses, the first onὐακίδδι,
Boeot. forοἰακίζει,cf.ὔαξ).