ὑβρ-ιστής,οῦ,ὁ,
A. violent, wanton, licentious, insolent man,
ὑβριστῇσι . . τῶν μένος αἰὲν ἀτάσθαλον, οὐδὲ δύνανται φυλόπιδος κορέσασθαι
Il. 13.633
; ὑβρισταί τε καὶ ἄγριοι οὐδὲ δίκαιοι ἠὲ φιλόξεινοι
Od. 6.120
, 9.175 , 13.201 ; of the suitors (cf. ὕβρις
1.1
), ὑ. καὶ ἀτάσθαλοι
24.282
; στρατὸν ὑβριστὴν Μήδων
Thgn. 775
; Πέρσαι φύσιν ἐόντες ὑ.
Hdt. 1.89
; ἀνδρῶν δυναστέων παῖδες ὑβρισταί
Id. 2.32