ὑγι-ηρός,ά , όν(-ής f.l. in
Hp.
A. Aër.
9 ),wholesome,
ἄκος
Pi. N. 3.18
;ἔτος ὑ.,opp.νοσερόν,
Hp.
Aër.
10 .
II. of persons,healthy, hearty, sound(opp.νοσερός), κεφαλαίib. 4 ; ὑγιηρότατοι
Hdt. 4.187
: Sup.
ὑγιηρέστατος(which may be fromὑγιηρός,cf.σπουδαιέστατος,etc.) Id. 2.77 codd., but in AB 115.7
ὑγιηρότατοςis cited from Hdt. Bk. 2 .Adv.
-ρῶς, εἶχον
Hp. Epid. 1.5