ἀντιφερίζω,
A. set oneself against, measure oneself with,
οὔ τις σοίγε . . δύνατ' ἀντιφερίζειν
Il. 21.357
; κακὸν ἐσλῷ
Hes. Th. 609
; ὅτι μοι μένος ἀντιφερίζεις
Il. 21.488
; σὺ Θεμιστοκλεῖ ἀντιφερίζεις;
Ar. Eq. 813
, cf. 818 ; ἀ. πὰρ σοφόν
Pi. P. 9.50
.