LSJυἱιδεύςGlossυἱιδεύς , έως , ὁ , = ὑϊδοῦς , Isoc. Ep. 8.1 ; cf. ὑϊδοῦς.υἱιδεύς,έως,ὁ,A.= ὑϊδοῦς , Isoc. Ep. 8.1 ; cf.ὑϊδοῦς.ReferencesIsoc. Ep. 8.1