LSJὕννος:Glossὕννος: πῶλος ὁ ἐν τῇ γαστρὶ νοσήσας, πρὶν κυηθῆναι, Hsch. (cf. γίννος, ἴννος ).ὕννος: πῶλος ὁ ἐν τῇ γαστρὶ νοσήσας, πρὶν κυηθῆναι,Hsch. (cf.γίννος, ἴννος).