LSJἀντιχάλημαGlossἀντιχάλημα (leg. -χέλυσμα ) : μέρος τι τῆς μακρᾶς νεώς, Hsch.ἀντιχάλημα(leg.-χέλυσμα): μέρος τι τῆς μακρᾶς νεώς,Hsch.