ὑπεκ-λύω,
A. loosenorweaken a little,
τὴν γνώμην
Plu. Nic. 14
; τὴν σφοδρότητα τῆς ἐμβολῆς
J. BJ 7.8.5
; τὸν τῆς ὁλκῆς τόνον
Sor. 2.61
(prob.);ἐπὶ συνουσίαν ὁρμάςPs.- Dsc. 1.103 ; [ὁ οἶνος] στρατηγοὺς τῆς φρονήσεως ὑπεκλύειSch. Il. 6.260 ;weaken the force of,
τὸν λόγον
A.D. Synt. 224.4
:— Pass. ,cease, become weaker and weaker,
παλμοὶ ὑπεκλυόμενοι
Hp. Mul. 1.25
;οἶνοςSch. Ar. V. 151 ; ὑπεκλυομένην ἴσχει τὴν ταραχήν
S.E. M. 11.214