ὑπεκπρο-φεύγω,
A. flee away secretly, escape and flee,
ὑπεκπροφυγών
Il. 20.147
, 21.44 ; πῇ κεν ὑπεκπροφύγοιμι;
Od. 20.43
: c. acc., εἴ πως . . ὑπεκπροφύγοιμι Χάρυβδιν
12.113
; ὅτ' ἀνὴρ ὑπεκπροφύγῃ κακότητα
Hes. Sc. 42
.
flee away secretly, escape and flee,
ὑπεκπρο-φεύγω,
A. flee away secretly, escape and flee,
ὑπεκπροφυγών
Il. 20.147
, 21.44 ; πῇ κεν ὑπεκπροφύγοιμι;
Od. 20.43
: c. acc., εἴ πως . . ὑπεκπροφύγοιμι Χάρυβδιν
12.113
; ὅτ' ἀνὴρ ὑπεκπροφύγῃ κακότητα
Hes. Sc. 42
.