ὑπεξ-άγω [ᾰ],
A. carry out from underorsecretly,esp.out ofdangerintosafety, ἀλλά σε δαίμων οἴκαδ' ὑπεξαγάγοι
Od. 18.147
; ὑπὲκ θανάτου ἀγάγωμεν
Il. 20.300
:— Med. , παῖδας καὶ γυναῖκας ὑπεξαγάγωνται ἐκ τῆς Ἀττικῆς
Hdt. 8.40
; cf. ὑπεκτίθεμαι
1
.
2. in Medic. sense,carry off,
κάτω ὑ.
Hp. Loc.Hom. 30
, cf. Aret. CA 2.6 ;ὑ. κοιλίαν relaxthe bowels, Plu. 2.635b ; τὰ σκύβαλα
Artem. 1.67
.
b. extract,