ὑπ-ερείδω,fut.
A.
-σω
Diog.Oen. 20
:pf.
Pass.
ὑπερήρεισμαι
Arist. PA 695a7
; ὑπήρεισμαι
Str. 17.1.37
, D.S. 1.47 :—put under as a support,
λάβρον ὑπερεῖσαι λίθον
Pi. N. 8.47
;τὸν ἀέρα ὑ.(sc.τῇ γῇ) Pl. Phd. 99b ; ὑπερείδουσιν ἐσωτάτω τὸ σκέλος
Gal. 18(1).591
:— Pass. , τοῖς τετράποσι πρὸς τὸ βάρος σκέλη ἐμπρόσθια ὑπερήρεισται
Arist.