ὑπερέρχομαι,aor. 2 -ῆλθον, pf. -ελήλυθα:—
A. pass over, cross,
τὰς πηγὰς τοῦ ποταμοῦ
X. An. 4.4.3
; τὰ ὄρη
Ael. NA 16.21
; τὴν θάλατταν
J. AJ 3.1.5
.
II. surpass, excel,
ἀρεταῖς
Pi. O. 13.15
.
III. overcomeorsurvivea disease, ἢν ταύτην ὑπερέλθῃ ὁ νοσέων
Aret. SA 1.10
.