ὑπεροπτικός,ή,όν,
A. contemptuous, disdainful,
Isoc. 1.30 , 12.241 , Luc. Nigr. 1 , etc.; ἠπείλησεν ὑπεροπτικά
Id. DDeor. 21.1
; τὸ -ώτατον
D. 17.26
.Adv.
-κῶς
X. HG 7.1.18
, Str. 8.6.23 : Comp.
-ώτερον
Plb. 5.46.6
: Sup.
-ώτατα
D.C. 49.7
.
2. c. gen., ἀδικία ἕξις ὑ. νόμων
Pl. Def. 416a