ὑπερορ-άω,fut. -όψομαι:aor. ὑπερεῖδον, inf. -ῐδεῖν:aor.
Pass.
ὑπερώφθην:—
A. look over, look down upon,c. acc., τὴν θάλασσαν ὑπερορῶντα
Hdt. 7.36
.
II. overlook, take no notice of,
τοὺς πονηροὺς ὑπερορᾷ
Lys. 2.77
; τὴν ὕβριν ὑπερεώρακε
Aeschin. 1.116
;οὐκ ὀλίγα τῶν προσόδων ὑ. remit, OGI 56.16 (Canopus,iii B.C.); δι' ὄνειρον . . ὑπεριδεῖν τὸ συμφέρον
Sor. 1.4
: c.part., οὐχ ὑπεροψόμενοί τινας ἀφαιρεθέντας
D.H. 5.52
.