ὑπερορ-ίζω,
A. drive beyond the frontier, banish,
τοὺς πολίτας
D.C. 57.15
: c. gen., τῶν βασιλείων θυρῶν
Lib. Or. 18.135
:— Pass. , Aeschin. 3.131 , 252 ; ἐξ ἁπάσης τῆς οἰκουμένης ὑπερωρίσθησαν
Isoc. 6.32
.
II. of things, μετριότητα ὑ.
Pl. R. 560d
;τὰ ξύλα, τὸν σίδηρον,
Aeschin. 3.244 .