ὑπερπίμπλημι,
A. overfill,
τοὺς ποταμούς
Ael. NA 16.12
:—mostly in Pass. ,to be overfull,
Hp. Int. 10 ; διὰ τὸ ὑπερπεπλῆσθαι
Arist. HA 625b4
; πίνειν ἕως ἂν ὑπερπλησθῇ
Id. EN 1118b17
: c. gen., ὑπερπλησθεὶς μέθης
S. OT 779
;ὕβρις, εἰ πολλῶν ὑπερπλησθῇib. 874 (lyr.).