LSJὑπερσάρκ-ημαGlossὑπερσάρκ-ημα , ατος , τό , = ὑπερσάρκωμα , Orib. Fr. 10 (pl.).ὑπερσάρκ-ημα,ατος,τό,A.= ὑπερσάρκωμα , Orib. Fr. 10 (pl.).ReferencesOrib. Fr. 10