ὑπερσπουδ-άζω,
A. take exceedingly great pains,
περί τι
Luc. Anach. 9
, Philostr. VA 5.26 ; ὑπερεσπουδᾰκὼς τὰ τοῦ γάμου πράττειν
Men. Sam. 4
, cf. J. AJ 15.3.6 :— Pass. , τῇ κωμωδίᾳ τὸ τοιοῦτον ὑπερεσπούδασται
Eust. 1277.48
.
take exceedingly great pains,
ὑπερσπουδ-άζω,
A. take exceedingly great pains,
περί τι
Luc. Anach. 9
, Philostr. VA 5.26 ; ὑπερεσπουδᾰκὼς τὰ τοῦ γάμου πράττειν
Men. Sam. 4
, cf. J. AJ 15.3.6 :— Pass. , τῇ κωμωδίᾳ τὸ τοιοῦτον ὑπερεσπούδασται
Eust. 1277.48
.