LSJὑπερχᾰλ-αστικόςGlossvery relaxing,ὑπερχᾰλ-αστικός,ή,όν,A. very relaxing, ὕπνοιprob. cj. in Hp. Ep. 24 (ὑπερκολαστικοῖς, ὑπερκαλυστικοῖςcodd.).ReferencesHp. Ep. 24