ὑπηρεσ-ία,ἡ, (ἐρέτης)
A. body of rowers, ship's crew,
οἵ τε ναῦται καὶ οἱ ἐπιβάται καὶ ἡ ὑ.
D. 50.30
, cf. 10 , 25 ,al.;ὑ. κρατίστην ἐμισθωσάμηνib. 7 ; εἶχον κυβερνήτην Φαντίαν . . , παρεσκευασάμην δὲ καὶ τὸ πλήρωμα πρὸς ἐκεῖνον καὶ τὴν ἄλλην ὑ. ἀκόλουθον
Lys. 21.10
; κυβερνήτας ἔχομεν πολίτας καὶ τὴν ἄλλην ὑ. πλείους καὶ ἀμείνους ἢ ἅπασα ἡ ἄλλη Ἑλλάς
Th. 1.143
; τῆς ἄλλης ὑ.
IG 12.98.22
; χρεία πλοίων ἐστὶ καὶ τῆς κατὰ θάλατταν ὑ.
Plb. 5.109.1
: pl.,crews,
Th. 6.31 , 8.1 , Isoc. 4.142 ; pl. of navalequipment,[ ναῦς] εὖ ταῖς ὑ. ἐξηρτυμένη
Plb. 1.25.3