ὑποθέω,fut. -θεύσομαι,
A. make a secret attack,
ποτὶ ἐχθρόν . . λύκοιο δίκαν ὑποθεύσομαι
Pi. P. 2.84
.
2. cut in before,in running a race,supplant,
Ar. Eq. 1161 ; of a solar eclipse, ἐκλείπει . . τῆς σελήνης ὑποθεούσης αὐτόν
Cleom. 2.3
; ἡ σελήνη ὑποθεύσεται τὸν ἥλιον
Them. Or. 26.317b
.
II. of dogs,run in too hastily,
X. Cyn. 3.8 .