ὑπόλογ-ος,ὁ,
A. a taking into account, reckoning, account,
μηδένα ὑ. ποιεῖσθαί τινος
D. 25.66
; ἐν ὑπολόγῳ τὰς προκλήσεις ποιεῖσθαι
Lys. 4.18
;οὐχ ὑ. ποιεῖσθαί τινί τινοςto give him nocredit for. . , Din. 1.14 ; εἰς ὑ. λαμβάνειν τι
Ath. 4.145f
; οὐδεὶς ὑ. γίγνεταί τινι
Din. Fr. 6.12
;μὴ ἔστω ὑπόλογος τῇ πόλει τοῦτο τὸ ἀργύριονthe city shall not takecredit forthis money, IG 12(7).67
B 14 (Amorgos,iv/iii B. C.).
2. deduction, μηθένα ὑ. ποιούμενος ἀβρόχουtaking noaccount of,i. e. making nodeduction for . . ,
PHib. 1.85.24
(iii B. C.).