LSJὑπομνήσ-κωGlossὑπομνήσ-κω , late form of ὑπομιμνήσκω, Orph. H. 77.6 ; cf. μνήσκομαι.ὑπομνήσ-κω, late form ofὑπομιμνήσκω,Orph. H. 77.6 ; cf.μνήσκομαι.