ὑπόπλεος,ον, Att.
ὑποπερι-πλέως,ων,
A. full,c. gen.,ἔτι . . δείματός εἰμι ὑ.am still afraid, Hdt. 7.47 ; δακρύων τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑ.
Luc. Somn. 4
.
2. filled underhand,
ἀργυρίων
Timocr. 1.10
.
full,
ὑπόπλεος,ον, Att.
ὑποπερι-πλέως,ων,
A. full,c. gen.,ἔτι . . δείματός εἰμι ὑ.am still afraid, Hdt. 7.47 ; δακρύων τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑ.
Luc. Somn. 4
.
2. filled underhand,
ἀργυρίων
Timocr. 1.10
.