ὑποσκῐ-άω, poet. for
A.
-άζω, ἢν ὑποσκιάῃσι . . ἠέλιον νεφέλη
Arat. 854
:— Pass. , σκοπέλοισιν ὑποσκιόωνται ἄρουραι
A.R. 1.451
.
ὑποσκῐ-άω , poet. for -άζω, ἢν ὑποσκιάῃσι . . ἠέλιον νεφέλη Arat. 854 :— Pass. , σκοπέλοισιν ὑποσκιόωνται ἄρουραι A.R. 1.451 .
ὑποσκῐ-άω, poet. for
A.
-άζω, ἢν ὑποσκιάῃσι . . ἠέλιον νεφέλη
Arat. 854
:— Pass. , σκοπέλοισιν ὑποσκιόωνται ἄρουραι
A.R. 1.451
.